Καμία Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους

by Κόρμακ Μακ Κάρθυ | Mystery & Thrillers | This book has not been rated.
ISBN: Global Overview for this book
Registered by nona35 of Syros, Cyclades Greece on 1/2/2009
Buy from one of these Booksellers:
Amazon.com | Amazon UK | Amazon CA | Amazon DE | Amazon FR | Amazon IT | Bol.com
1 journaler for this copy...
Journal Entry 1 by nona35 from Syros, Cyclades Greece on Friday, January 02, 2009
Ένας τριαντάρης τυχοδιώκτης βρίσκει στο δρόμο του μια βαλίτσα με χρήματα, αιματηρό προϊόν του εμπορίου ηρωίνης που σφύζει στα μεξικανικά σύνορα. Αποφασίζει, κλέβοντας τα χρήματα αυτά, να εγκαταλείψει την παλιά ζωή του. Στο κατόπι του ένας δολοφόνος-αίνιγμα, η απόλυτη ενσάρκωση του παραλόγου και του κακού, αλλά κι ένας συρφετός από σκοτεινά πρόσωπα, έμποροι, σερίφηδες, πληρωμένοι ανθρωποκυνηγοί. Το κυνηγητό που θα ακολουθήσει θα αποκαλύψει μια κοινωνία που έχει υποταχθεί στην απόλυτη βία, μια κοινωνία όπου το καλό δεν μπορεί εύκολα να αντιπαρατεθεί στο κακό, μια κοινωνία όπου το αίμα αποτελεί τη μόνη διαχρονική αξία.
Μια συγκλονιστική κατάδυση στο σκοτάδι της ανθρώπινης ψυχής από τον βραβευμένο με το Πούλιτζερ, καθώς και με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας των ΗΠΑ, Κόρμακ ΜακΚάρθυ, τον αναμφισβήτητο τεχνίτη του πιο σπαραχτικού μονολόγου της αμερικανικής ερημίας.

Κριτική:

Μελλοθάνατοι είναι όλοι

Δύο κόσμοι αντίθετοι συγκρούοναι στο υπαρξιακό θρίλερ του ΜακΚάρθυ

Στα ελληνικά κυκλοφόρησε για πρώτη φορά μυθιστόρημα του Κόρμακ ΜακΚάρθυ το 2000, με τον τίτλο «Ολα τα όμορφα άλογα» και ακολούθησαν –όλα από τις εκδόσεις Καστανιώτη– «Το πέρασμα» (2003) και «Ο δρόμος» (2007, βραβείο Πούλιτζερ), που πρόκειται να γίνει ταινία με πρωταγωνίστρια τη Σαρλίζ Θέρον, ένα βιβλίο το οποίο έβγαλε από την απομόνωσή του τον συγγραφέα και τον έκανε ευρέως γνωστό ελέω του τηλεοπτικού σόου της δημοφιλούς Οπρα Γουίνφρεϊ. Και μόλις πρόσφατα εκδόθηκε το υπαρξιακό θρίλερ «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» (στα αγγλικά το 2005), το οποίο μεταφέρθηκε από τους αδερφούς Κοέν στον κινηματογράφο, κερδίζοντας το Οσκαρ καλύτερης ταινίας (η προβολή της στην Ελλάδα αρχίζει την ερχόμενη Πέμπτη, 6 Μαρτίου).

Ο Κόρμακ ΜακΚάρθυ γεννήθηκε το 1933 στο Ρόουντ Αϊλαντ και μεγάλωσε στο Νόξβιλ του Τενεσί σε περιβάλλον όπου επικρατούσαν οι αρχές του ρωμαιοκαθολικισμού. Αγαπημένο του βιβλίο είναι το έργο του Χέρμαν Μέλβιλ «Μόμπι Ντικ», ενώ δηλώνει ότι αδιαφορεί παντελώς για συγγραφείς σαν τον Χένρι Τζέιμς. Κατανοητό για τον ΜακΚάρθυ, ο οποίος επέλεξε να ζει στα άκρα, περιθωριακά, μέσα σε στερήσεις, σε σχεδόν άθλιες συνθήκες στον αγαπημένο του Νότο, περίπου όπως ζουν και οι ήρωές του. Μόλις τελευταία, όμως, μετά την επιτυχία των βιβλίων του, η ζωή του μπήκε σε κανονικούς ρυθμούς.

Αργησε η επιτυχία

Τα πρώτα του διηγήματα δημοσιεύτηκαν το 1957, ενώ το πρώτο του μυθιστόρημα «Ο επιστάτης του οπωρώνα» κυκλοφόρησε το 1965. Μολονότι οι κριτικές γι’ αυτό το έργο του όπως και για τα επόμενα ήταν πολύ καλές, η ζήτησή τους υπήρξε πάντα περιορισμένη έως την έκδοση του «Δρόμου» και την εμφάνιση του συγγραφέα στην τηλεόραση. Από τη στιγμή αυτή αλλάζουν πολλά στην καθημερινότητά του. Οι πωλήσεις των βιβλίων του εκτοξεύθηκαν στα ύψη και το ενδιαφέρον των αναγνωστών για τον ίδιο μεγάλωσε. Στα μυθιστορήματά του πρωταγωνιστούν τα έρημα τοπία των νοτίων πολιτειών, οι ήρωές του τα βάζουν με το πεπρωμένο τους, με τα στοιχεία της Φύσης, φτάνουν στα όρια των αντοχών τους, προκαλούν τους εκπροσώπους του νόμου.

Στο «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους», ένας νέος άντρας, στην έρημο του Τέξας, στα σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό όπου βρίσκουν καταφύγιο οι παράνομοι, βρίσκει τυχαία μια βαλίτσα με μεγάλο χρηματικό ποσόν, προϊόν συναλλαγής εμπόρων ηρωίνης. Βγήκε να κυνηγήσει και έπεσε σε εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα που έκρυβαν τα κουφάρια των εμπόρων ναρκωτικών καθώς και το εμπόρευμά τους. Το λάθος του να επιστρέψει στον τόπο του «εγκλήματος» θα τον φέρει αντιμέτωπο με τους κακοποιούς, οι οποίοι θα μάθουν την ταυτότητά του και θα τον μετατρέψουν από κυνηγό σε θήραμα. Παρ’ όλες τις αντίξοες συνθήκες, αυτός θα επιμένει να ξεγλιστρά, να σκαρφίζεται τρόπους για να επιβιώσει. Ωστόσο ο παράλογος, ιδιοφυής δολοφόνος βρίσκεται παντού και ρυθμίζει τα πάντα. Από τα χέρια και την οργή του δεν θα ξεφύγει κανείς. Το σατανικό του μυαλό τα προβλέπει όλα εκτός από το απρόοπτο, που θα δώσει και την οριστική λύση.

Τυχαία γεγονότα

Μ’ ένα τυχαίο γεγονός ανοίγει η υπόθεση, μ’ ένα τυχαίο κλείνει. Στο ενδιάμεσο της ιστορίας παρακολουθούμε τους αργούς ρυθμούς του έντιμου και συναισθηματικού εκπροσώπου του νόμου, ο οποίος βρίσκεται κοντά στη συνταξιοδότησή του, ανήμπορος να προλάβει ή να σταματήσει το κακό. Ο αντίπαλός του ήδη μεταφέρεται πολύ μακριά, όταν αυτός μόνο να ακολουθήσει μπορεί, γιατί ούτε οι μέθοδοί του είναι προχωρημένες ούτε διαθέτει φαντασία, καθώς πρόκειται για έναν επαρχιώτη αστυνομικό, ο οποίος επιδιώκει να επιβάλει τον νόμο και την ησυχία στην περιοχή του, αλλά και να απολαύσει τη ζεστασιά στο σπίτι του, δίπλα στην αγαπημένη του σύζυγο.

Δύο κόσμοι εκ διαμέτρου αντίθετοι παρουσιάζονται με ιδιαίτερη μαεστρία από τον συγγραφέα. Και τα μέλη των δύο προσπαθούν να αποκτήσουν την ευδαιμονία, αλλά τα μέσα τα οποία χρησιμοποιούν είναι τόσο διαφορετικά. Οι μεν προκαλούν τον θάνατο, ζουν στο όριο, στο χείλος του γκρεμού, ο άλλος κρατά σημειώσεις, κερδίζει τον χρόνο με την ημερολογιακή γραφή, επιθυμεί να ασχοληθεί με τα άλογά του, με πράγματα απλά, καθημερινά.

Αλλά και το γράψιμο του ΜακΚάρθυ είναι τόσο λιτό ακόμα κι όταν μιλάει για σκληρά πράγματα, για ανθρώπους που δεν είναι της διπλανής πόρτας: «Εμεινε καθιστός να κοιτάζει κι έπειτα κατέβασε το διαχωριστικό κι έμεινε ακίνητος με σκυφτό το κεφάλι. Ολη του η ζωή μπροστά του, ανάμεσα στα πόδια του. Η κάθε μέρα από το πρωί ώς το βράδυ μέχρι να πεθάνει. Κι όλη η ζωή αυτή είκοσι κιλά χαρτί σε μια βαλίτσα…». Ο λόγος κοφτός, συμπυκνωμένος, μεταφέρει τον παράδοξο συναισθηματικό κόσμο ορισμένων χαρακτήρων, το σκότος της «ψυχής», την απόγνωση. Οι ήρωες γνωρίζουν ότι ζουν στην κόψη του ξυραφιού, αλλά παρ’ όλ’ αυτά ο κίνδυνος τους διεγείρει, δίνει νόημα στην κενή ζωή τους. Η διαταραχή και η σχιζοφρένεια γεννούν τον ολέθριο παραλογισμό, που κανείς δεν γνωρίζει πότε και πώς θα σταματήσει.

Το «Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους» είναι ένα δυνατό βιβλίο, το οποίο αφήνει για πολύ καιρό τα ίχνη του στον αναγνώστη.

Χρύσα Σπυροπούλου, Καθημερινή, 2/3/2008



Are you sure you want to delete this item? It cannot be undone.