Το στρίψιμο της βίδας

by Henry James | Mystery & Thrillers |
ISBN: 9789603254928 Global Overview for this book
Registered by maltrebus of Athens - Αθήνα, Attica Greece on 11/9/2013
Buy from one of these Booksellers:
Amazon.com | Amazon UK | Amazon CA | Amazon DE | Amazon FR | Amazon IT | Bol.com
This book is in a Controlled Release! This book is in a Controlled Release!
2 journalers for this copy...
Journal Entry 1 by maltrebus from Athens - Αθήνα, Attica Greece on Saturday, November 09, 2013
"Το στρίψιμο της βίδας" του Χένρυ Τζέημς (1843-1916) είναι ένα από τα διασημότερα έργα του συγγραφέα και ταυτόχρονα ένα από τα θαυμαστότερα κείμενα της φανταστικής λογοτεχνίας. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1898. Σχολιάζει ο Julien Green: "Αριστούργημα της υπαινικτικότητας. Η δεξιοτεχνία είναι τόσο ευρηματική που παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Το μυστικό που συνδέει τον Κουίντ με τον Μάιλς ή τη Φλώρα με τη Μις Τζέσελ, γίνεται τρομακτικότερο με το να μην εκφράζεται ξεκάθαρα".

Ο Αμερικανός συγγραφέας ζει στο Σάσσεξ της Αγγλίας όταν αποφασίζει να μετατρέψει σε εκτενή νουβέλα μια ιστορία παράξενη και φανταστική που του διηγήθηκε ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρυ, μια ιστορία παιδιών που τα στοιχειώνουν νεκροί υπηρέτες. Η αφηγήτρια στο έργο είναι η γκουβερνάντα δύο παιδιών, του Μάιλς και της Φλώρας. Το θέμα που τίθεται σχετικά με την παρουσία των φαντασμάτων είναι η πραγματικότητα των γεγονότων ή η τρέλα της αφηγήτριας.

Το διφορούμενο παίζεται στο "Στρίψιμο της βίδας", ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ψευδαίσθηση του υπερφυσικού. Ίσως είναι το κείμενο που ταιριάζει περισσότερο στον ορισμό του Τσβέταν Τοντοροφ σχετικά με τη φανταστική λογοτεχνία, που βασίζεται στην ταλάντευση ανάμεσα στην απόδειξη του υπερφυσικού και την εξήγησή του.


Κάποιες κριτικές.

Το Στρίψιμο της Βίδας, του Henry James (Άγρα 2010, μετάφραση Κοσμάς Πολίτης). O 19ος υπήρξε ο χρυσός αιώνας του gothic fiction και το παρακμιακό του fin de siècle έδωσε καινούριες διαστάσεις στο είδος, ωθώντας το ακόμα περισσότερο προς την επικράτεια του παράδοξου. Και αν ο Αμερικανοάγγλος Henry James απέχει από το να χαρακτηριστεί ως η επιφανέστερη μορφή της γοτθικής κουλτούρας, κατάφερε, ωστόσο, να «στρίψει» τη «βίδα» του με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτή να αναδειχθεί ως η εμβληματική νουβέλα, που συνδέει, όχι μόνο την αντίστοιχη λογοτεχνική παραγωγή των δύο τελευταίων αιώνων, αλλά και την ανάλογη σκοτεινή μυθολογία που άνθισε στις δύο όχθες του Ατλαντικού. Η ζοφερή περιπέτεια του Μάιλς, της Φλώρας και της γκουβερνάντας τους σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει σαν μια στερεοτυπική ιστορία τρόμου, αφού περιέχει όλα τα βασικά συστατικά (ένα απομονωμένο αρχοντικό, δυο ορφανά, πολλά φαντάσματα και φυσικά την υπνωτιστική ατμόσφαιρα της αγγλικής επαρχίας). Τελικά, όμως, μέσα από τις κραυγαλέες αμφιλογίες της και τις αλλεπάλληλες παγίδες που στήνει ο συγγραφέας στον ίδιο του τον αναγνώστη -το βιβλίο θα μπορούσε άνετα να περιγραφεί ως μια «φάρσα τρόμου»- συνιστά κάτι πολύ πιο βαθύ από ένα κλασικό μαλλιοτράβηγμα μεταξύ θλιβερής πραγματικότητας και νοσηρής φαντασίας, αγγίζοντας τα όρια της ψυχαναλυτικής προσέγγισης προσώπων και καταστάσεων.

Αλήθεια, έχετε προσέξει πως στις πιο τρομακτικές αφηγήσεις (τόσο στη λογοτεχνία όσο και στον κινηματογράφο) συνήθως πρωταγωνιστούν παιδιά;

του Γιάννη Αντάμη

ΚΡΙΤΙΚΗ

«...Ολόκληρο το Στρίψιμο της βίδας αναφέρεται στην ανθρώπινη ελευθερία, την προσωπική ελευθερία, τα δικαιώματα του ατόμου ενάντια σε κάθε είδους απροσδιόριστη δουλεία.... Φυσικά δεν υπαινίσσομαι πολιτικές θέσεις από τις οποίες ο Χ. Τζέιμς πιστεύουμε εξαιρείτο. Αυτό που πολεμά είναι η επιρροή, η καταπίεση της οικογένειας, η καταπίεση μιας προσωπικότητας πάνω σε μια άλλη...»


Εζρα Πάουντ

Πριν σχολιάσει κανείς τη φράση του Πάουντ για το ανά χείρας μυθιστόρημα του Χένρι Τζέιμς (1843-1916), που γράφτηκε το 1898, θα άξιζε να παραμείνει σε μια άποψη του τελευταίου σχετικά με την περίφημη οπτική γωνία της αφήγησης. Σε παλαιότερο σημείωμα για τη νουβέλα του Το θηρίο στη ζούγκλα είχα αναφερθεί στην περίπλοκη θεωρία του Χ. Τζέιμς για τη θέση, τη γωνία λήψης που επιλέγει εκείνος που εξιστορεί, καλύτερα δείχνει.

Εδώ, μία προσωπική εμπειρία από τη σχέση μου με το συγκεκριμένο μυθιστόρημα ίσως είναι ενδιαφέρουσα όσον αφορά τα προηγούμενα. Στα μέσα της δεκαετίας του 60 είδα την ταινία του Τζακ Κλέιτον Μια μορφή στο παράθυρο, ένα ασπρόμαυρο, καθηλωτικό φιλμ του φανταστικού σινεμά, πάνω στην ιστορία μιας γκουβερνάντας που αναλαμβάνει τη φύλαξη δύο ανήλικων σε έναν πύργο στην επαρχιακή Αγγλία του τέλους του 19ου αιώνα και βρίσκεται μάρτυρας της επίσκεψης των φαντασμάτων δύο νεκρών υπηρετών, περίεργων, βασανιστικών φυλάκων των παιδιών.

Δεν είχα τότε διαβάσει το μυθιστόρημα του Τζέιμς, το θέμα, την ιστορία του οποίου ο ίδιος συνοψίζει υποβλητικά ως εξής (την παραθέτει ο Μορίς Μπλανσό στο επίμετρο που δημοσιεύεται στην παρούσα έκδοση): «(Είναι) η ιστορία κάποιων μικρών παιδιών... που τα έχουν εμπιστευθεί σε υπηρέτες, σ έναν παλιό πύργο στην εξοχή, ύστερα από το θάνατο των γονιών τους. Οι υπηρέτες, κακοί και διεφθαρμένοι, εξαχρειώνουν και εκμαυλίζουν τα παιδιά· τα παιδιά γίνονται κακά και φοβερά διεστραμμένα. Οι υπηρέτες πεθαίνουν ...και τα φαντάσματά τους, οι μορφές τους, επιστρέφουν στο σπίτι και κυνηγούν τα παιδιά προς τα οποία γνέφουν, προσκαλώντας και παρακινώντας τα από το βάθος των πιο επικίνδυνων σημείων.... Οσον καιρό τα παιδιά κρατιούνται μακριά τους, διασώζονται -οι πονηρές όμως αυτές παρουσίες προσπαθούν συνεχώς να τα αρπάξουν, να τα τραβήξουν προς τα εκεί όπου βρίσκονται...». Και ο Χ. Τζέιμς καταλήγει με μια πολύ σημαντική παρατήρηση: «Ολα αυτά είναι σκοτεινά και ατελή -ο πίνακας, η ιστορία-, υπάρχει όμως ο υπαινιγμός μιας αίσθησης, ένα περίεργο ρίγος τρόμου. Την ιστορία πρέπει να τη διηγηθεί -με αρκετή αληθοφάνεια- ένας θεατής, ένας εξωτερικός παρατηρητής».

Ο Τζέιμς δεν ήταν λάτρης τού, βρεφικού στις μέρες του, σινεμά όσο ήταν του θεάτρου (υπήρξε μάλλον αποτυχημένος θεράπων του). Εάν έβλεπε, όμως, ένα από τα έργα του εικονοποιημένα στην οθόνη, ίσως ολοκλήρωνε τη θεωρία του σχετικά με τον (αντικειμενικό) αφηγητή, που τον ταλάνιζε. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι ένας άλλος σημαντικός αφηγητής, ο Τζότζεφ Κόνραντ, προβληματιζόταν πώς θα κάνει τον αναγνώστη θεατή, δηλαδή με ποιο τρόπο θα τον ανάγκαζε να δει, όπως χαρακτηριστικά έλεγε.

Το πρόβλημα της αναπαράστασης «σύγχυζε» όλους τους μυθιστοριογράφους στα τέλη του 19ου αιώνα, μέσα σε εκείνο τον κυκεώνα από θεωρίες για το ρεαλισμό, το νατουραλισμό και όλα τα συναφή.

Υπήρχε ένα ζήτημα για τον Τζέιμς και τους μελετητές του σχετικά με το βλέμμα του αφηγητή στη ...Βίδα. Είναι η ματιά της γκουβερνάντας, μέσα από την οποία παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα· μήπως χτίζονται (οι πιθανές) παραισθήσεις εξαιτίας της; Στην ταινία του Κλέιτον, πάντως, ο φακός, ένα τρίτο μάτι, ας το πούμε έτσι, ερχόταν σαν ένας παράδοξος μάρτυρας να δει την ιστορία. Σε αυτή την εισβολή, την παρέμβαση, ο Τζέιμς πιθανότατα να αναγνώριζε τον αφηγητή που αναζητούσε...

Μπορεί, διαπιστώνοντας την περίεργη υποκλοπή της πραγματικότητας από την κινούμενη εικόνα, να εμπλούτιζε τις απόψεις του για την αφήγηση και τα όσα έγραφε στο κλασικό δοκίμιό του The art of fiction (Η τέχνη της μυθοπλασίας).

Ο Τζέιμς πίστευε στην «άμεση, προσωπική εντύπωση της ζωής» που υπηρετεί το μυθιστόρημα και στη διαβάθμιση αυτού του στοιχείου με βάση την ένταση αυτής της εντύπωσης. Στο Στρίψιμο της βίδας έχουμε να κάνουμε με μία υπαινικτική γραφή, η οποία ακριβώς αποδίδει όσα πίστευε ο συγγραφέας σχετικά με την τονικότητα των εντυπώσεων.

Επηρεασμένος από τον ιμπρεσιονισμό, βέβαια, «φωτίζει» εδώ το σκηνικό της δράσης ανάλογα. Οι φωτισμοί του αυξομειώνονται σε σχέση με εσωτερική συνομιλία των ηρώων με το περιβάλλον τους. Εχουμε να κάνουμε, λοιπόν, με έναν απολύτως «κλειστό» και υπάκουο κόσμο στις απαιτήσεις της ευαισθησίας των προσώπων. Ο αναγνώστης καλείται να αναπαραστήσει μέσα από μια σειρά άλλες συλλήψεις όσων συμβαίνουν, μέσα από μια γραφή η οποία συνεχώς ... απεκδύεται της ευθύνης όσων αφηγείται, «φορτώνοντάς» τη στις πλάτες των ηρώων. Αρα, όντας σε πλεονεκτική θέση, μπορεί και επεξεργάζεται τελευταίος τον εφιάλτη της ιστορίας.

Ο δημιουργός του Πορτρέτου μιας κυρίας, προφητικός όσον αφορά την αναγνωστική θεωρία που σήμερα κυριαρχεί, προτείνει μέσα από αυτό το δαιδαλώδες, σε αφηγηματικό επίπεδο, κείμενο ένα ατμοσφαιρικό σύνολο, στην κυριολεξία (με ό,τι μπορεί να σημαίνει ο κάπως φθαρμένος αυτός όρος).

Βέβαια, με το άλλο πόδι ο σπουδαίος αυτός συγγραφέας πατάει γερά στην παράδοση, θέλοντας να εξαφανίσει το συγγραφέα, τον παντοδύναμο αφηγητή: αφήνοντας, δηλαδή, ει δυνατόν, τα πράγματα να μιλήσουν μόνα τους, κάτι που ο μοντερνισμός αρνήθηκε λίγο μετά.

Εν πάση περιπτώσει, το αποτέλεσμα εν προκειμένω είναι εντυπωσιακό. Εχουμε να κάνουμε με ένα γκόθικ μυθιστόρημα του φανταστικού είδους, ανατριχιαστικά λιτό μέσα στην αναπαραστατική του δύναμη. Η ιδέα του θανάτου καταγράφεται ως μια ανελέητη επανάληψη πολλών άλλων θανάτων σε ηθικό επίπεδο. Η εμμονή του Τζέιμς στον ηθικό άνθρωπο και οι ενοχές του συνθέτουν μιαν απόκοσμη παρτιτούρα, που πολλά χρωστάει, να το πούμε, στον Νερβάλ και τον Πόε. Και για να θυμηθούμε τον Πάουντ: η πίεση του οικογενειακού θεσμού πάνω στα πρόσωπα, οι τυραννικές διανθρώπινες σχέσεις, είναι και αυτές μοτίβα που τα βρίσκουμε να λανθάνουν και στη ...Βίδα.

Εισάγοντας στο παιχνίδι, ανελέητα, τον παιδικό κόσμο, δεν διατάζει να μιλήσει γι αυτόν τον ευαίσθητο συντελεστή ρισκάροντας πολλά. Θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει κανείς εντυπωσιοθήρα και δημαγωγό που εμεταλλεύεται ταμπού. Αλλά ο Τζέιμς ξεπερνάει το σκόπελο μέσα από τη χημεία της πρόζας του. Η αφήγηση κυλάει με τη μορφή ταραγμένης επιφάνειας που συνεχώς υπαινίσσεται κάτι βαθύτερα ανησυχητικό. Μια απειλή, πάνω απ όλα, κυριαρχεί που θα μπορούσε να διαγράψει ως ανεκδοτολογική σχεδόν την εμφάνιση των νεκρών υπηρετών, εάν η τόσο υποψιασμένη γραφή τού Τζέιμς δεν κρατούσε στο ίδιο ύψος με μαεστρία τις τονικότητες.

Τα μέρη συνεργάζονται στο έπακρο και το σύνολο γίνεται ένα σκοτεινό μετάλλευμα. Οι λεπτομέρειες με προσοχή δομούν το κείμενο και ο «σωματότυπος» παίρνει τη μορφή ενός μασίφ υλικού. Και επειδή δεν απασχολούσε τον Τζέιμς το θριλερικό, σασπένς στοιχείο σε κάνενα του βιβλίο, εδώ, αποφεύγοντας τον πειρασμό, λόγω θέματος, αφήνει τα καθέκαστα να λειτουργήσουν μέσα μας πιο μακροπρόθεσμα, ως μια ...απλή ιστορία φαντασμάτων.

Η συμπεριφορά τού Κοσμά Πολίτη απέναντι στο βιβλίο δείχνει ότι ο εκπρόσωπος αυτός της «γενιάς του 30» είχε βαθιά σχέση με το γλωσσικό και καταλάβαινε τη χρησιμότητα ενός διαχρονικού, απλού οργάνου στη μεταφορά ξένων κειμένων στα καθ ημάς, χωρίς λογοτεχνικούρες.

ΤΑΣΟΣ ΓΟΥΔΕΛΗΣ, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 16/09/2005

Δύσκολο κείμενο. Το γλωσσικό ύφος του συγγραφέα, με μακριές περίτεχνες και πολυδαίδαλες προτάσεις (που δεν ευτυχούν πάντα στη μετάφραση), προκαλεί τη δυνατότητα κατανόησης του αναγνώστη. Υπάρχουν σημεία που πρέπει να ξαναδιαβαστούν για να καταλάβει κάποιος τι ακριβώς λέγεται αλλά και τι υπονοείται ( μια και η υποβλητικότητα είναι από τα σημαντικότερα ατού του κειμένου). Πέρα από το γλωσσικό ύφος η ιστορία δεν είναι παρά μια ιστορία φαντασμάτων που επισκέπτονται και αναστατώνουν τη ζωή των κατοίκων μιας μεσαιωνικής έπαυλης σε κάποια εξοχή της Αγγλίας. Κύριος στόχος τους είναι να επηρεάσουν και να κάνουν κακό βλάπτοντας τις αθώες ψυχές δυο μικρών παιδιών. Εμπόδιο σε αυτό ορθώνεται η παιδαγωγός τους που είναι και ο μοναδικός αφηγητής. Είναι εξαιρετική η τέχνη με την οποία ο συγγραφέας μας υποβάλλει το αμφίβολο και σκοτεινό της όλης υπόθεσης. Ο αναγνώστης ποτέ δεν μπορεί να είναι σίγουρος αν όλα συμβαίνουν στην πραγματικότητα ή μόνο στο μυαλό της αφηγήτριας. Η υποβλητική ατμόσφαιρα, το κακό που φαίνεται να παραμονεύει πίσω από κάθε λέξη ή βλέμμμα ακόμα και των μικρών παιδιών και οι φόβοι της παιδαγωγού δημιουργούν ένα αξιοπρόσεχτο μυθιστόρημα που κερδίζει την προσοχή και το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Συνοπτικά πρόκειται για ένα πολύ καλό μυθιστόρημα που όμως θεωρώ ότι η μετάφρασή του θα μπορούσε να ήταν περισσότερο πετυχημένη.

Journal Entry 2 by karjim at Skyros - Σκύρος, Evia Greece on Friday, January 10, 2014
Έκανα επιτέλους το catch. maltrebus είχες γράψει λάθος το BCID στο βιβλίο. Ευχαριστώ.

Journal Entry 3 by karjim at Skyros - Σκύρος, Evia Greece on Tuesday, January 28, 2014
Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι ένα βιβλίο πρέπει να κρίνεται και με γνώμονα την εποχή και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκε. Γιατί μπορεί πράγματι ένα βιβλίο να είναι εντυπωσιακά πρωτοποριακό για την εποχή του αλλά σήμερα να έχουν ξεπεραστεί αυτά που γράφει. Σε κάθε περίπτωση το ΠΩΣ τα γράφει είναι κάτι που διαχρονικά θα πρέπει να μπορεί να κριθεί. Όσο διάσημο και πρωτοποριακό λοιπόν και να ήταν αυτό το βιβλίο στην εποχή του δεν μπορώ να πω πως με κέρδισε. Η εισαγωγή του μου φάνηκε μεγάλη και χωρίς λόγο και μου θύμισε την προεφηβεία μου, όταν η μεγαλύτερή μας διασκέδαση με την παρέα της γειτονιάς στο εξοχικό ήταν να λέμε τρομακτικές ιστορίες. Σίγουρα η εποχή έχει προχωρήσει πολύ από τότε που οι Άγγλοι αριστοκράτες που δεν είχαν άλλη εργασία και άλλες έγνοιες, περνούσαν ώρες και μέρες ολόκληρες, αφηγούμενοι τρομακτικές ιστορίες με φαντάσματα και διασκεδάζοντας με τα υπερφυσικά παθήματα ανθρώπων (ή εξωτικές περιπέτειες άλλων) αγνοώντας τα ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ προβλήματα ανθρώπων και κοινωνιών που συνήθως προκαλούσε η ίδια η πολιτική της χώρας τους.
Και παρόλο που δε θα έπρεπε να κρίνω ένα λογοτεχνικό βιβλίο με πολιτικά κριτήρια, το πρόβλημα είναι ότι η ίδια περίπου εστέτ αντιμετώπιση με προβλημάτισε και στην υπόθεση του βιβλίου:
Δύο παιδιά χωρίς γονείς, παραμένουν στην κηδεμονία ενός θείου τους που δεν έχει άνεση με την ανατροφή παιδιών αλλά είναι πλούσιος και γι' αυτό πληρώνει αντί να αναλαμβάνει τις ευθύνες τους. Τα στέλνει σε ένα αγροτικό κτήμα πολλών εκταρίων με πύργο, μαζί με υπηρέτες και μία νεαρή γκουβερνάντα με την οδηγία να μην ενοχληθεί με κανένα θέμα που να τα αφορά. Η νεαρή γκουβερνάντα δείχνει να ερωτεύεται σχεδόν τα παιδιά από την πρώτη στιγμή (κρίνοντας κυρίως από την αγγελική εμφάνισή τους) αλλά με τρόπο ανακαλύπτει ότι το παρελθόν τα κυνηγάει. Ένας υπηρέτης πάρα πολύ κακός που έκανε απαράδεκτα στενή παρέα με το νεαρό γιο και μία πολύ κακή πρώην γκουβερνάντα της μικρής, που μεταξύ τους είχαν ανάρμοστες για τη διαφορά κοινωνικής θέσης σχέσεις επιστρέφουν ως φαντάσματα για να διεκδικήσουν τα παιδιά.
Το μόνο ενδιαφέρον στο βιβλίο το οποίο είναι εξαιρετικά φλύαρο για την περιορισμένη πλοκή του (θα' πρεπε να είναι μία πολύ μικρότερη νουβέλα και όχι μυθιστόρημα) είναι η ψυχολογική αντιμετώπιση του πράγματος από την γκουβερνάντα και ο τρόπος που μεταλλάσσεται απέναντι στα παιδιά, τα οποία θεωρεί ότι συναντούν τα φαντάσματα και ουσιαστικά συνωμοτούν μαζί τους, προσπαθώντας να τα κάνει να παραδεχτούν την ύπαρξη των φαντασμάτων και την επικοινωνία μαζί τους.
Κατά τα λοιπά δε λέει πολλά πράγματα στον αναγνώστη του 21 ου αιώνα και η μετάφραση με κούρασε πολύ .

Journal Entry 4 by maltrebus at Athens - Αθήνα, Attica Greece on Tuesday, March 11, 2014
Πίσω σε 'μένα.

Journal Entry 5 by maltrebus at Athens - Αθήνα, Attica Greece on Thursday, March 13, 2014

Released 6 yrs ago (3/12/2014 UTC) at Athens - Αθήνα, Attica Greece

CONTROLLED RELEASE NOTES:

Σε μια τσάντα συνεδρίου σε μια συνάδελφο.

Are you sure you want to delete this item? It cannot be undone.